Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Εσύ ως πότε θα είσαι άνθρωπος-δεκανίκι;



Ήταν τέλεια όλα. Ξέρεις τι σημαίνει τέλεια ή σχεδόν τέλεια;

Ήξερες πως είχες, ρε φίλε, μια βάση από ανθρώπους να στηριχτείς.

Η οικογένειά σου ήταν εκεί, με τα στραβά και τα καλά της.
Ποια οικογένεια δεν έχει σκαμπανεβάσματα και ποια ζει σε πελάγη ευτυχίας χωρίς κύματα;

Εσύ, καλώς ή κακώς, είχες πάρει την απόφαση να συνεχίσεις τη ζωή σου σ’ έναν άλλο δρόμο, έχοντας τους λόγους σου.
Διαλέγοντας τα δικά σου μονοπάτια, αλλά η οικογένειά σου ήταν εκεί.

Αδέλφια, γονείς και προσπαθούσες κι εσύ να συμπληρώσεις το παζλ του μικρόκοσμού σου, μ’ αυτό που θεωρούσες καλύτερο.
Μ’ αυτό που πίστευες ότι θα γέμιζε την ψυχή σου και θα σε κρατούσε όταν θα «έπεφτες», έναν επιπλέον άνθρωπο.

Αυτό, εξάλλου, δεν είναι που αναζητάς;
Τους ανθρώπους που σου δίνουν δύναμη, που σε κάνουν να στηρίξεις και να στηριχτείς. Είναι αυτοί που σε γεμίζουν αυτοπεποίθηση, ενώ σου «γεμίζουν» το χέρι και την καρδιά για να δώσεις απλόχερα, ό,τι μπορείς, σκέψεις, στήριξη, βοήθεια, ενδιαφέρον.

Να είσαι εκεί.
Να ρωτάς
Να προσφέρεις
Ν’ ανοίγεσαι
Ν’ αγκαλιάζεις,
Να ισορροπείς 
και ξανά απ’ την αρχή, απλόχερα.

Δεν ξέρω αν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό σου η λέξη αυτή, απλόχερα.
Το νόημά της δεν αποτελείται, όπως πολλοί πιστεύουν, μόνο απ’ την έννοια του «δίνω». Γιατί κανένας δεν μπορεί να δώσει αν δεν πάρει, έστω κι αν αυτό που θα πάρει είναι μόνο ανταπόκριση ή αποδοχή (μπορείτε π.χ. να φανταστείτε τον εαυτό σας να δίνει κι ο άλλος να σας διαολοστέλνει;).

Στην πραγματικότητα λοιπόν, το να δίνεις απλόχερα, είναι ένα ποτήρι που το γεμίζεις, χωρίς να σε νοιάζει, ούτε το πόσο ούτε το πότε.

Απλά χρειάζονται «δύο», αυτός που θα γεμίζει το ποτήρι κι αυτός που θα κρατάει τον πάτο του να μην αδειάσει.

Εσύ να γεμίζεις και να γεμίζει η ψυχή σου, γιατί μπορεί τα ροζ συννεφάκια να είναι μια ουτοπία, μέσα σου όμως, έπαιρνες δύναμη κι έφτιαχνες το δικό σου συννεφάκι.
Του έδινες το χρώμα που ήθελες και το μοίραζες, απλόχερα.
Ήταν δικό σου κι αυτών που κρατούσαν (ή που νόμιζες πως κρατούσαν) τον πάτο του ποτηριού.

Μη νομίζετε! Αυτό το συννεφάκι δεν πλάθεται έτσι εύκολα.
Αυτό το συννεφάκι θέλει πολλή δύναμη, θέλει ν’ αγνοείς και να δίνεις τόπο στην οργή.
Θέλει να καταλαβαίνεις τον άλλο και να λες συχνά «δεν πειράζει, ξέρω ότι δεν το κάνει από κακό».
Θέλει ν’ αναπνέεις για τον άλλο, να καταλαβαίνεις πότε τα πόδια του δεν τον βαστάνε και να είσαι εκεί, δεκανίκι.

Κι εσύ εκεί, να γεμίζεις το ποτήρι χωρίς να σε νοιάζει, μόνο να βλέπεις ότι οι άλλοι κρατάνε τον πάτο, να μην χάνονται όσα δίνεις.

Έρχεται όμως μία μέρα, φιλαράκι μου, που το ποτήρι δεν τους είναι αρκετό, κι εκεί είναι που αρχίζουν τα προβλήματα.
Απ’ το ποτήρι περνάμε στη κανάτα και απ’ την κανάτα στο μπιτόνι.

Κι εσύ εκεί να δίνεις, γιατί είναι ο περίγυρός σου, οι άνθρωποί σου, η οικογένειά σου.
«Όλα τέλεια», να συνεχίσεις να λες εσύ, «δεν πειράζει», «δε το κάνει από κακό».

Μα το επόμενο βήμα, αφού εξαντλήσουν και το μπιτόνι, είναι να κινηθούν απειλητικά προς στο συννεφάκι σου, αυτό που φρόντιζες και χρωμάτιζες. 

Να ξεχάσουν όλα αυτά που καρτερικά προσπερνούσες. 
Όλα τα «δεν πειράζει» κι όλα τα «καταλαβαίνω». 

Μάλλον, καλύτερα, δε θα τα ξεχάσουν. Θα τα πάρουν, θα τα στραπατσαρίσουν και θα στα πετάξουν στα μούτρα.

Έμαθαν να κρίνουν πλάθοντας μύθους στο κεφάλι τους, απαγορεύοντας να κριθούν.
Δημιούργησαν παραδείσους σε ξένα λιβάδια, έγιναν ψευτο-βασιλιάδες κλέβοντας κορώνες.

Μα καλά, δε σας έμαθαν πως δεν είναι η κορώνα που κάνει τον βασιλιά;
Θέλει ψυχή κι αίμα. Κάτι που ποτέ δε δώσατε, για την ακρίβεια ούτε καν τα σκουπίσατε, μόνο τα ρουφούσατε.

Νόμιζαν πως επειδή βλέπουν κάποιον να αιμορραγεί έγιναν ίσοι του. Πως μπορούν να μηδενίζουν ζωές. Αυτές τις ζωές, των οποίων η αναπνοή τροφοδοτούσε κάθε τους ανάσα.

Έτσι απλά, αυτοί, σε υποτίμησαν, σε ταπείνωσαν, σε κουρέλιασαν και σ’ άφησαν μόνο σου. Εσένα και το χρωματιστό συννεφάκι σου. Θεώρησαν  ότι έτσι μεγαλούργησαν, ότι κέρδισαν, την ίδια στιγμή που αποφάσισαν ότι δε θέλουν να λέγονται οικογένεια σου.

Δεν τους έφτανε το ποτήρι, βλέπεις, ήθελαν και την τελευταία σταγόνα.

Έχεις νιώσει να σου ξεσκίζουν τα σωθικά;
Έχεις νιώσει να σου αφαιρούν τ’ όνειρό σου;
Να καταστρέφουν αυτό που καρτερικά και με ψυχή υποστήριζες;

Νευριάζεις, στριγγλίζεις από θυμό, από αγανάκτηση, από μίσος γι αυτό που κατέστρεψαν, και δεν είχαν ούτε την ευθιξία να γυρίσουν λίγο το κεφάλι να το κοιτάξουν. Να σκεφτούν αυτό που διέπραξαν.

Απλά σε ισοπέδωσαν, για χάρη ενός καπρίτσιου, κι αυτό σε κάνει να νιώθεις τα κύτταρά σου να θέλουν να βγουν απ’ το σώμα σου από οργή.
Αισθάνεσαι πως ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ξανά καλύτερος. Νιώθεις πως όλα ακολουθούν μόνο την κατηφόρα που άλλοι ζωγράφισαν για εσένα, μα δεν υπολόγισαν σωστά.

Κάτι ξέχασαν. Θυμάσαι;

Γύρνα λίγο στις αρχικές μου σκέψεις, «....προσπαθούσες κι εσύ να συμπληρώσεις το πάζλ του περίγυρού σου, μ’ αυτό που θεωρούσες καλύτερο. Μ’ αυτό που πίστευες ότι θα γέμιζε την ψυχή σου και θα σε κρατούσε όταν θα έπεφτες. Έναν επιπλέον άνθρωπο».

Αυτόν τον άνθρωπο που προσπάθησες να προστατέψεις απ’ όλη την οργή και την πίκρα που σε πότισαν, για τον οποίο ουρλιάζεις κάθε μέρα από μέσα σου για να μην τον τρομάξεις.

Αυτόν που ήξερες ότι μπορείς να συνεχίσεις να στηρίζεις και να στηριχτείς.
Να προστατέψεις και να σε προστατέψει.
Να πει μια φορά ένα «δεν πειράζει» για την πάρτη σου.

Αυτός καταλαβαίνει, λες, με ξέρει! Δεν μπορεί. Νιώθει πώς αισθάνομαι. Θα καταλάβει. Θα δώσει τόπο στην οργή. Θ’ αντέξει κάποιος κι εμένα, για εμένα.

Έτσι λες κι ελπίζεις.

Μέχρι τη στιγμή που το «θα δώσει τόπο στην οργή» που περίμενες, γίνεται οργή και σε χτυπάει τόσο δυνατά που σε ξυπνάει απ’ το λήθαργό σου, «Όχι, δε θα δώσει κανένας τόπο στην οργή για σένα!».

Σε χτυπάει τόσο δυνατά που θα σου πάρει καιρό να σηκωθείς.
Μα πάλι «δεν πειράζει» θα πεις, γι' αυτό είμαστε φτιαγμένοι.

Εμείς, ευτυχώς, είμαστε γεννημένοι να «τρέφουμε» ανθρώπους κι όχι να «τρεφόμαστε» απ’ αυτούς!

ilov

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα