Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Αρχαία Αγροτική Καλλιέργεια και Παραγωγή Ψωμιού – Β’ ΜΕΡΟΣ


K.D. White ,”A greek and Roman Technology”,66,London 1984
Νερόμυλος.
Παρασκευή αλεύρου
Πριν από τη χρήση των ζώων στην αλεστική διαδικασία, όλες τα σχετικά στάδια υλοποιούνταν με τα χέρια, από τον άνθρωπο. Για να προκύψει καθαρός, ο καρπός θα έπρεπε πρώτα να καθαριστεί σε ένα χειροκίνητο μύλο και είτε να βράσει για να παράγει το χυλό βρώμης, είτε να ζυμωθεί και να παράγει το ψωμί. Εάν επρόκειτο για κριθάρι, τρεις διαδικασίες προηγούνταν του αλέσματος: το καβούρδισμα ή στέγνωμα, το ξεφλούδισμα με το γουδί και το γουδοχέρι, το κοπάνισμα και τέλος το κοσκίνισμα για να παραχθούν αποφλοιωμένοι και αλεσμένοι κόκκοι.
Τα πρωτόγονα είδη σίτου αποφλοιώνονταν με περαιτέρω σύντομη φρύξη σε φούρνο, λειοτρίβηση σε ρηχό, πέτρινο ή ξύλινο ιγδίο και νέα κοσκίνιση. Σε αρχαιότερες φάσεις οι σπόροι τοποθετούνταν στην κοιλότητα μιας αβαθούς λεκάνης από ηφαιστιογενή πέτρα και υφίσταντο παλινδρομική επεξεργασία σε κυλινδρικό ή σφαιρικό τριπτήρα. Καθώς όμως ο κόπος ήταν δυσανάλογος του αποτελέσματος, η χρήση αυτών των εργαλείων αντικαταστάθηκε από τη χρήση των μύλων.

Ο Πλίνιος εξηγεί σχετικά ότι οι καρποί κοπανιούνταν σε ένα ξύλινο γουδί για να απομακρυνθεί ο φλοιός τους, αλλά ταυτόχρονα για να αποφευχθεί η κονιορτοποίηση η οποία προέκυπτε από τη χρήση του πέτρινου γουδιού. Μετά από αυτό οι καθαροί πια καρποί κοπιανιούνταν για να κομματιαστούν με τον ίδιο επίσης τρόπο και με το ίδιο εργαλείο. Το ξύλινο γουδί αποτελούσε ένα κοίλο δοχείο, στερεωμένο επάνω σε βάση, ενώ το γουδοχέρι λέπταινε στις άκρες του με μία χαραγμένη λαβή στη μέση. Σε γενικές γραμμές το σιτάρι στα κλασικά χρόνια κοσκινίζονταν μόνο μία φορά, ενώ επαναλαμβανόμενο άλεσμα και κοσκίνισμα, γινόταν μόνο σε εξαίρετες περιπτώσεις, όπως μαρτυρούν σχετικά οι πηγές. Το αρχαίο αλεύρι ήταν άλλωστε υποδεέστερο σε χρώμα και ποιότητα από το αντίστοιχο σημερινό, ενώ ακόμη και μετά την άλεση περιείχε διάφορες ακαθαρσίες του καρπού, κάποιες μάλιστα από τις οποίες δηλητηριώδεις και κάποιες επιβλαβείς για τα δόντια.
Πέρα από το γουδί, το άλεσμα γινόταν στις μυλόπετρες. Ιδιαίτερα πολλές είναι οι αρχαίες μυλόπετρες οι οποίες ανακαλύφθηκαν από τις ανασκαφές, καθώς επίσης και τα κομμάτια των μύλων ή οι σχετικές αναπαραστάσεις με τη μορφή ειδωλίων. Με βάση αυτά τα υλικά κατάλοιπα μπορεί να διαμορφωθεί μία ικανοποιητική εικόνα σε σχέση με τα είδη των σχετικών εργαλείων, τις ανάλογες με αυτά διαδικασίες, καθώς και σε σχέση με την εξέλιξη και το πέρασμα από το χειρόμυλο στον τεχνολογικά πιο εξελιγμένο υδρόμυλο. Παράλληλα, διαπιστώνει κανείς τη σταδιακή εξασφάλιση μίας πιο ομαλής ροής του καρπού στο μύλο, καθώς και την αύξηση της ποσότητας του υλικού προς άλεση. Η εισαγωγή της περιστρεφόμενης κίνησης στην όλη διαδικασία της άλεσης, έφερε πολλά θετικά αποτελέσματα στη σχετική τεχνολογία, παρέχοντας τη δυνατότητα ζεψίματος πολύ ισχυρής ζωοκίνητης δύναμης.
Ο αρχαίος μυλωνάς δεν διέθετε φυσικά έναν σύγχρονο εξοπλισμό, αλλά μηχανήματα σχετικά απλά με πέτρινες μυλόπετρες, αρκετά πρωτόγονες σήτες, αγγεία για τη μέτρηση της ποσότητας του καρπού, καλάθια και άλλα αντίστοιχα αντικείμενα. Η εμφάνιση του επαγγέλματος του μυλωνά δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη μία καλύτερη και ποιοτικότερη αλεστική διαδικασία.

Μύλοι
Περιστρεφόμενος Χειρόμυλος
Κατηγορία
Αγροτική Καλλιέργεια
Γενική εισαγωγή
Ο περιστρεφόμενος χειρόμυλος ήταν ο πρώτος απ’ όλους τους μύλους αλέσματος, αλλά δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες για τη χρονολόγησή του. Η διαδικασία του αλέσματος στο χειρόμυλο αφορούσε το άλεσμα ανάμεσα σε ένα ζεύγος στρόγγυλων, επίπεδων μυλοπετρών, όπου το άλεσμα πραγματοποιούνταν ανάμεσα στην άνω κοίλη πέτρα και την κάτω κυρτή. Η όλη κίνηση ήταν επαναλαμβανόμενη, με τον χειριστή να ρίχνει με το ένα του χέρι καρπό μέσα από ένα στενό άνοιγμα στην άνω πέτρα, κουνώντας με το άλλο χέρι κυκλικά την άλλη με τη βοήθεια μίας κάθετης, ξύλινης λαβής που ήταν ενσωματωμένη εκεί. Οι δύο επιφάνειες επέτρεπαν στον καρπό να περνά ξανά και ξανά ανάμεσά τους μέχρι να καταστεί λεπτόκκοκο το προϊόν.
Περιγραφή
Ο περιστρεφόμενος χειρόμυλος συνίσταται σε ζεύγος λίθων κοίλου και κυρτού αντιστοίχως σχήματος, οι οποίοι συνδέονται με κεντρικό άξονα και απέχουν περί τα τρία χιλιοστά μεταξύ τους. Οι σπόροι εισδύουν στην αλεστική ζώνη από οπή στο μέσον του συστήματος και συνθλίβονται με περιστροφή του άνω λίθου. Προϊούσα άλλωστε συσσώρευση αλεύρου στο κενό μεταξύ των δύο πλακών ελαττώνει τις τριβές και διευκολύνει τη λειτουργία της συσκευής. Η ταχύτητα της κίνησης και το πάχος του μεσοδιαστήματος προσδιορίζουν την υφή του προϊόντος, καθώς βραδύτερη περιστροφή και στενότερη συνάφεια καθιστούν το προϊόν πιο λεπτόκοκκο.
Ένα σύνολο τεχνολογικών εξελίξεων οδήγησαν στην εισαγωγή των ζώων για τη μετακίνηση της άνω μυλόπετρας, ενώ έπειτα η εισαγωγή ενός γραναζιού ιδιαίτερα απλής μορφής οδήγησε στην εμφάνιση του νερόμυλου ο οποίος εκμεταλλεύονταν το νερό για τη μετακίνηση της άνω μυλόπετρας από το κέντρο της.

Μυλόλιθοι προϊστορικής Θήρας
Κατηγορία
Αγροτική Καλλιέργεια
Χρονολόγηση
Προϊστορική Περίοδος
Τόπος προέλευσης
Ακρωτήρι Θήρας
Γενική εισαγωγή
Οι μυλόλιθοι που έχουν έρθει στο φως στο Ακρωτήρι αντιπροσωπεύουν το 37% των εργαλείων από αδρό λίθο στον προϊστορικό οικισμό. Η άλεση στο Ακρωτήρι γινόταν μέσα από ένα ζεύγος εργαλείων, τους μυλόλιθους.
Περιγραφή
Οι μυλόλιθοι ήταν κατασκευασμένοι από πυροξενικό ανδεσίτη, ένα τεφρόμαυρο ηφαιστειακό πομφολυγώδες πέτρωμα, από το άμεσο γεωλογικό περιβάλλον του οικισμού και αποτελούνταν από δύο εργαλεία που λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Το κάτω σταθερό ανακρουστικό στοιχείο είχε το μεγαλύτερο μήκος και πλάτος και αποτελούσε μία επίπεδη αλεστική επιφάνεια με ελλειπτικό και επίμηκες περίγραμμα. Η επιφάνεια αυτή λειαίνονταν σταδιακά και από τη χρήση. Το επάνω κινητό μέρος του μυλόλιθου ονομαζόταν όνος και έχει τα ίδια σχεδόν τεχνομορφολογικά χαρακτηριστικά με το κάτω, αλλά σε μικρότερη διάσταση. Ο όνος ήταν αυτός που κινούνταν στην επιφάνεια του κάτω ανακρουστικού στοιχείου με ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση με την ενεργή του επιφάνεια να αποκτά κυρτή διατομή, συμπληρωματική προς την κοίλανση του ανακρουστικού μυλόλιθου. Οι μυλόλιθοι του Ακρωτηρίου ήταν δύο ειδών:
Α) Φορητοί Μυλόλιθοι
Οι φορητοί μυλόλιθοι ήταν συνήθως μικρών διαστάσεων, μεταφέρονταν εύκολα και έχουν έρθει στο φως σε διάφορους χώρους των οικιών του οικισμού, στα ισόγεια ή τους ορόφους.
Β) Σταθεροί Μυλόλιθοι
Πρόκειται για ογκώδη εργαλεία, τα οποία ενσωματώνονταν στην επικλινή επιφάνεια ενός κτιστού θρανίου, στο ισόγειο των κτιρίων. Η παρουσία τους μαρτυρεί την οργάνωση ως προς τη διαδικασία της άλεσης και την παραγωγικότητα των εργαλείων. Ο αλεστής εδώ δουλεύει όρθιος στο υπερυψωμένο θρανίο, ενώ στους φορητούς δουλεύει καθιστός.
Οι σταθεροί μυλόλιθοι ενσωματώνονταν στα κτιστά θρανία και διέθεταν μεγάλη αλεστική επιφάνεια. Μάλιστα συχνά δίπλα στην κύρια αλεστική επιφάνεια προστίθετο κατά τον άξονα του μήκους, ένας ειδικά διαμορφωμένος μυλόλιθος (εικ. 7/8). Έτσι η διαδικασία της άλεσης οργανώνονταν διαφορετικά, αποκτώντας άλλη διάσταση και μάλιστα μία συγκεκριμένη θέση μέσα στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτιρίου, συνήθως σε επαφή με την είσοδο του κτιρίου, ως χώρος ανεξάρτητος από τους χώρους αποθήκευσης των καρπών και τα μαγειρεία. Στον αλεστικό αυτό πάγκο θα εργάζονταν ταυτόχρονα τρία διαφορετικά άτομα, ενώ σε μεγάλη λίθινη λεκάνη θα γινόταν το κοπάνισμα των καρπών.
Η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αλεσμένων προϊόντων θα μπορούσε να υποδεικνύει μία σχετική επαγγελματική δραστηριότητα, πέρα από την απλή οικιακή κατανάλωση.
Χρήση
Οι αλεστικοί μυλόλιθοι χρησιμοποιούνταν για την αλευροποίηση των σιτηρών και των οσπρίων. Οι μυλόλιθοι αποτελούσαν τα βασικά εργαλεία άλεσης των σιτηρών με παλινδρομική κίνηση.
Η αλευροποίηση ήταν η τελευταία φάση μιας διαδικασίας που περιλάμβανε τον διαδοχικό καθαρισμό του καρπού, μετά το θέρισμα και το αλώνισμα. Τα περισσότερα στάδια του καθαρισμού των καρπών γινόταν εκτός οικισμού, ενώ οι τελευταίες φάσεις της αποφλοίωσης τόσο του κριθαριού, όσο και του σιταριού, γινόταν μέσα στα σπίτια. Οι μυλόλιθοι σχετίζονταν με την αλευροποίηση των σιτηρών, αλλά και των οσπρίων ενώ κατά τη διαδικασία της άλεσης από την αμοιβαία τριβή των επιφανειών, αλλά και από το πυρίτιο των σιτηρών, δημιουργούνταν έντονη στίλβωση της επιφάνειας. Πριν από την άλεση δεν γινόταν μάλλον συστηματική αποφλοίωση.
Τα δημητριακά που καταναλώνονταν στο Ακρωτήρι κυρίως το κριθάρι και περισσότερο το μονόκοκκο σιτάρι, καθώς επίσης και το λαθούρι, αποθηκεύονταν κοπανισμένα ή αλευροποιημένα σε αγγεία στο ισόγειο αλλά και στον όροφο των κτιρίων.
Βιβλιογραφία
Μουνδρέα-Αγραφιώτη Α., «Αγροτικές Καλλιέργειες, μεταποίηση αγροτικών προϊόντων και λίθινα εργαλεία στο Ακρωτήρι της Θήρας», 469-485 στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική από την προϊστορική μέχρι την ελληνιστική περίοδο με έμφαση στην προϊστορική εποχή, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004.

Ο ζωοκίνητος αλευρόμυλος

Κατηγορία
Αγροτική Καλλιέργεια
Γενική εισαγωγή
Οι αυξανόμενες σιτιστικές ανάγκες ήταν αυτές που οδήγησαν στην υιοθέτηση των μεγάλων ζωοκίνητων μύλων.
Περιγραφή
Ο ζωοκίνητος αλευρόμυλος αποτελούνταν από μία κωδωνόσχημη κάτω μυλόπετρα η οποία παρέμενε στάσιμη, και η οποία ήταν αυλακωτή στην εξωτερική πλευρά της, καθώς και εγκατεστημένη μέσα στη λεκάνη υποδοχής του αλεύρου. Σχεδόν σε επαφή μαζί με τη σταθερή αυτή μυλόπετρα βρισκόταν η εσωτερική πλευρά της δεύτερης μυλόπετρας η οποία είχε μορφή κώδωνα και περιστρεφόταν περί τον άξονά της. Οι δύο λίθοι ήταν τελείως συναρμοσμένοι κατά το σχήμα, γεγονός που δεν επέτρεπε αυξομειώσεις του μεσοδιαστήματός τους.
Τα ζώα που χρησιμοποιούνταν για την όλη αυτή κατασκευή ήταν ώνοι, ημιόνοι ή γερασμένα άλογα. Το σιτάρι διοχετεύονταν μέσα στην κατασκευή από ένα χωνί, αλέθονταν καθώς γλιστρούσε ανάμεσα στην άνω και κάτω πέτρα, ενώ κάτω στη βάση συγκεντρώνονταν το αλεύρι.

Ο υδρόμυλος
Κατηγορία
Αγροτική Καλλιέργεια
Γενική εισαγωγή
Ο υδρόμυλος υπήρξε η μηχανή που απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την επίπονη αλευροπαρασκευαστική εργασία. Γνωστή στην Ιωνία από τα ελληνιστικά χρόνια, η μηχανή υιοθετήθηκε σταδιακά σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο με δύο διαφορετικές μορφές: μία πιο απλή στα ανατολικά με οριζόντιο εσωτερικό τροχό και μία των ρωμαϊκών χρόνων με μεγάλη όρθια εξωτερική φτερωτή.
Περιγραφή
Παρά τη χαμηλότερη απόδοσή του, ο πρώτος τύπος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στις ελληνικές περιοχές της Μεσογείου, καθώς απαιτούσε μικρότερη ροή ύδατος. Ο υδρόμυλος συνιστά μία πρωτοποριακή εφαρμογή οδοντωτού συρμού στη μετάδοση ισχύος. Φέρει φατνώματα τα οποία ωθούνται από το ρεύμα του νερού και προκαλούν την περιστροφή. Κάθετο οδοντωτό τύμπανο είναι συνδεδεμένο με τη φτερωτή και μεταδίδει την κίνηση αρχικά σε μικρότερο τύμπανο με οριζόντια οδόντωση και περαιτέρω σε μυλόπετρα. Η απόσταση μεταξύ του κάτω σταθερού και του πάνω κινητού λίθου, αλλά και η ταχύτητα περιστροφής ρυθμίζονται κατά περίπτωση. Σωληνώσεις διοχετεύουν το νερό από μεγάλο συχνά υψόμετρο, εκμεταλλευόμενες τη δυναμική ενέργεια της πτώσεώς του.
Η χρήση της δύναμης του νερού στη χρονοβόρα αλλά και κοπιαστική διαδικασία παραγωγής του αλεύρου, ήταν μία σημαντική τεχνολογική πρόοδος.
Πηγές

Ο Βιτρούβιος (De Arch. 10.5.2) περιγράφει τον υδρόμυλο ως εξής:
Οι υδρόμυλοι κινούνται με βάση τις ίδιες αρχές και έχουν την ίδια κατασκευή με τον υδροτροχό, με εξαίρεση το ότι στο ένα άκρο του άξονα είναι προσαρμοσμένος ένας οδοντωτός τροχός. αυτός είναι τοποθετημένος κάθετα στην άκρη του και περιστρέφεται με τον τροχό. Κοντά στον τροχό υπάρχει ένας άλλος ακόμη μεγαλύτερος, με παρόμοιους οδόντες, τοποθετημένος οριζόντια, που έρχεται σε επαφή με τον πρώτο τροχό. Με τον τρόπο αυτό οι οδόντες του τροχού που είναι προσαρμοσμένοι στον άξονα, παρασύροντας τους οδόντες του οριζόντιου τροχού, θέτουν σε λειτουργία τις μυλόπετρες. Ένα χωνί που είναι τοποθετημένο επάνω από το όλο μηχάνημα, τροφοδοτεί με την πρώτη ύλη και έτσι παράγεται το χονδράλευρο.

Ζύμωση – ψήσιμο
Στο επόμενο στάδιο της αλευροποιητικής διαδικασίας, το αλεύρι κοσκινίζονταν και ζυμώνονταν. Αξιοπρόσεκτη ήταν η σχετική συσκευή των ρωμαϊκών χρόνων, αποτελούμενη από πέτρινο κυλινδρικό υποδοχέα, με εσωτερικές προεξοχές, που περικλείονταν από κάθετο άξονα με ανάλογες εγκοπές. Νερό, άλευρο και τυχόν μαγιά, ώστε να διασφαλιστεί η εξόγκωση του προϊόντος πλάθονταν με την περιστροφή του άξονα και η ζύμη εξέρχονταν από οπή κοντά στον πυθμένα.
Η τελευταία φάση της όλης διαδικασίας είχε να κάνει με το ψήσιμο της ζύμης, σε οβελούς, εσχάρες, ιπνούς και κλιβάνους. Ήδη από τον 5ο αιώνα υπάρχουν μαρτυρίες ότι υπήρχαν φούρνοι που πουλούσαν ψωμί, ενώ από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια σώζονται πήλινα ομοιώματα φούρνων ή ειδώλια γυναικών που ζυμώνουν. Αρτύματα, πιπέρι, σπόροι μήκωνος, σισάμι, άνιθος προσέδιδαν στο ψωμί ποικιλία και αρώματα. Ο αγοραίος άρτος διακινούνταν σε κοφίνια.

Το ψωμί
Καραμήτρου – Μεντεσίδη Μ., “Αρχαία Διατροφή, Το Ψωμί”,39, Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής, Εκπαιδευτικά Προγράμματα, 2005.
Ομοίωμα φούρνου.
Η κατανάλωση ψωμιού από σιτάρι, βασικό συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής διατροφής, αποτέλεσε μία σημαντική πολιτισμική πρόοδο και από άποψη κατανάλωσης τροφής, αλλά και από άποψη παραγωγής και τεχνικών μέσων. Πρωτίστως προϋπέθετε τη μετατροπή των εκτάσεων φτωχού, καυστικού και δασώδους ενίοτε εδάφους σε καλλιεργήσιμη έκταση κατάλληλη για την καλλιέργεια γυμνού σπόρου σιταριού. Βασικός παράγοντας επίσης υπήρξε η συγκέντρωση του νερού, η οποία στην κλασική Ελλάδα βασίζονταν στις βροχές του χειμώνα και της άνοιξης για να καλυφθούν οι ανάγκες του ξηρού καλοκαιριού. Η άρδευση γενικά δεν ήταν το δυνατό σημείο της ελληνικής αλλά και ρωμαϊκής γεωργίας και παρόλο το γεγονός ότι υπήρχαν οι σχετικές τεχνικές γνώσεις, άρδευση με κανάλια και φράγματα χρησιμοποιούνταν σε ελάχιστες περιπτώσεις, συμπληρωματικά της ξηροκαλλιέργειας.
Η λέξη ψωμί ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα ψώω δηλαδή τρίβω, αλέθω, ή από το ψωμίζω δηλαδή τρέφομαι βάζοντας μικρά κομματάκια στο στόμα. Καθώς το ψωμί για τους αρχαίους Έλληνες ήταν το βασικό προϊόν κατανάλωσης, με τη λέξη άρτος εννοούσαν και το ψωμί αλλά και το φαγητό γενικά. Ο Ιπποκράτης αναφέρει διάφορα είδη ψωμιού από σιταρένιο αλεύρι, κοσκινισμένο ή μη, με προζύμι ή χωρίς, με πίτυρα, με πλιγούρι, με μέλι και τυρί, λάδι, παπαρούνα, σουσάμι. Ο Αθήναιος αναφέρεται σε 72 είδη ψωμιού. Η σπανιότητα του σιταριού και η μεγάλη θρεπτική του αξία είχαν σαν αποτέλεσμα σταρένιο ψωμί να τρώνε βασικά άτομα ιδιαίτερης κοινωνικής θέσης, σε αντίθεση με τον απλό λαό που τρέφονταν με κριθαρένιο ψωμί.
Είδη ψωμιού με βάση τον Αθήναιο:
Απαλός άρτος: 113Β:
“στους Έλληνες κάποιο είδος άρτου ονομάζεται απαλός, επειδή παρασκευάζεται από λίγο γάλα και λάδι και αρκετό αλάτι”
Αρτολάγανον 113 D:
“στο επονομαζόμενο αρτολάγανον προσθέτουν λίγο κρασί, πιπέρι, γάλα και λίγο λάδι ή λίπος”
Στρεπτικός άρτος 113 D:
“ο στρεπτίκιος άρτος αποτελείται επιπλέον από λίγο γάλα, όπου προστίθεται πιπέρι και λίγο λάδι ή λίπος”

Βιβλιογραφία
Amouretti C. M., Le pain et l’ huile dans la Grèce antique, 1986.
Forbes J. R., Studies in Ancient Technology, Vol. III, 1993.
Isager S., Jens E., Ancient Greek Agriculture. An Introduction, 1992.
Richter W., Die Landwirtschaft im homerischen Zeitalter, Archaeologia Homerica II, 1968.
Sallares R., The Ecology of ancient Greek world, 1991.
Wells B. (εκδ.), Agriculture in ancient Greece. Proceedings of the 7th International Symposium at the Swedish Institute at Athens (16-17 May 1990), 1992.
White K. D., Greek and Roman Technology, 1984.
Καραμήτρου – Μεντεσίδη Μ., Αρχαία Διατροφή, Το Ψωμί, Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής, Εκπαιδευτικά Προγράμματα, 2005.
Μουνδρέα Αγραφιώτη Α., ”Αγροτικές καλλιέργειες, μεταποίηση αγροτικών προϊόντων και λίθινα εργαλεία στο Ακρωτήρι της Θήρας”, 469-484, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική από την προϊστορική μέχρι την ελληνιστική περίοδο με έμφαση στην προϊστορική εποχή, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004.
Φριτζίλας Α. Σ., ”Το λίχνισμα και το μέτρημα των σιτηρών στην αρχαία ελληνική τέχνη”, 394-400, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 2ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, Αθήνα 2006.

Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας «ΝΟΗΣΙΣ»
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα